εν

εν
(I)
(AM ἐν, Α ποιητ. τ. ἐνί, εἰν, εἰνί)
πρόθ. (με δοτ.) Ι. (για τόπο)
1. μέσα, εντός («νήσω ἐν ἀμφιρύτῃ», Ομ. Οδ.)
2. δηλώνει τη στάση σε τόπο («εν Αθήναις»)
3. με κύρια ή προσηγορικά ονόματα ελλειπτικά με παράλειψη ουσ. (δόμοις, οίκω, μεγάρω, κ.ά.) που εννοείται εύκολα («ἐν Άΐδαο [δόμοις]», «ἐν ἀφνειοῡ πατρός [οἴκῳ]», Ομ. Ιλ.)
4. με ρήμ. που δηλώνουν κίνηση δηλώνει το τέρμα τής κινήσεως και τη στάση σε αυτό το σημείο («ἐν κονίῃσι χαμαὶ πέσεν», Ομ. Ιλ.)
5. δηλώνει αυτό με το οποίο καλύπτεται ή περιβάλλεται κάτι (α. «ἐν ὅπλοισι», «ἐν ἐσθῆτι», Ηρόδ.
β. «οὐρανὸς ἐν αἰθέρι καὶ νεφέλῃσι», Ομ. Ιλ.)
6. δηλώνει αυτό που πάνω του βρίσκεται κάτι, πάνω («ἐν ποταμῷ», Ομ. Ιλ.)
7. για παραπομπή σε χωρίο συγγραφέα («ἐν τοῡ σκήπτρου τῇ παραδόσει» — στο χωρίο τής Ιλιάδ., όπου γίνεται λόγος για την παράδοση τού σκήπτρου, Θουκ.)
8. μεταξύ, ανάμεσα («ἐν Δαναοῑσι», Ομ. Ιλ.)
9. (με ρήματα που έχουν λεκτική σημασία) μπροστά, ενώπιον («πτωχὸς ὤν ἐν ἐσθλοῑσιν λέγειν», Ευριπ.)
10. στο χέρι, στην εξουσία κάποιου («νίκης πείρατ' ἔχονται ἐν ἀθανάτοισι θεοῑσι», Ομ. Ιλ.)
11. όσον αφορά, ως προς («ἐν γήρᾳ σύμμετρος τινι», Σοφ.)
12. φρ. α) «ἐν ποτηρίῳ πίνειν» — από ποτήρι
β) «ἄργυρος ἐν ἐκπώμασι» — ασήμι φτιαγμένο σε εκπώματα
ΙΙ. (για κατάσταση ή περίσταση ή θέση όπου βρίσκεται κάποιος)
1. για εξωτερικές καταστάσεις («ἐν πολέμῳ», «ἐν αἴσῃ»)
2. για εσωτερική κατάσταση, αισθήματα («ἐν φιλότητι», «ἐν φόβῳ», «ἐν σιωπῇ»)
3. με ουδ. επιθ. ή ουσ. (α. «ἐν βραχεῑ» — σύντομα
β. «ἐν τάχει» — ταχέως)
4. δηλώνει το όργανο, το μέσο ή τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάτι («ἐν πυρὶ πρήσαντες», «ἐν λιταῑς»)
ΙΙΙ. (για χρόνο)
1. δηλώνει τον χρόνο μέσα στον οποίο γίνεται κάτι («ἐν νυκτί», «ἐν ἄρχοντι Μητροδώρῳ»)
2. χρονική διάρκεια μέσα στην οποία γίνεται κάτι («ἐν ἔτεσι πεντήκοντα»)
ΙV. (με αριθμητ.)
1. απόσταση, διάστημα («ἐν δυσὶ σταδίοις»)
2. τίμημα ή αξία («ἐν δύο ταλάντων» — αξίας δύο ταλάντων, ΠΔ)
3. συνολικό ποσό («προῑκα ἐν δραχμαῑς ἐννακοσίαις»)
V. (ως επίρρ.)
1. μέσα, επάνω («γράψαι ἐν χάλκωμα»)
2. (στη φρ.) «ἐν δέ» — προσέτι, επί πλέον («ἐν δ' ὁ παγκρατὴς ὕπνος λύει», Σοφ.)
4. μεταξύ αυτών
5. (σε σύνθεση) α) (με ρήμ. ή πρόθ. διατηρεί τη σημασία της) είμαι, υπάρχω σ' έναν τόπο («ἐνορᾱν ἔν τινι»)
β) το ίδιο ισχύει για πρόσ. («ἐγγελᾱν τινι»)
γ) (με επίθ.) εκφράζει μειωμένο βαθμό τής ιδιότητας που δηλώνει το επίθ. («ἔμπικρος» — υπόπικρος, κάπως πικρός)
δ) την ύπαρξη μιας ιδιότητας («ἔμφωνος», «ἐνάκανθος», «ἔναιμος» — αυτός που έχει φωνή, αγκάθια, αίμα). Ως α' συνθετικό σε σύνθεση με ρήμ. ή ονόμ. η πρόθεση διατηρεί τη βασική σημασία της τού εντός ή για κάτι
π.χ. εμβάλλω, εγκαλώ, ενδημώ, ενάλιος, ενδιαιτώμαι, εναβρύνομαι κ.λπ. Ως α' συνθετικό η πρόθεση τρέπεται σε εμ- πριν από τα σύμφωνα π, β, φ, μ, ψ, σε εγ- πριν από τα σύμφωνα κ, γ, χ, ξ, σε ελ- πριν από το Α και μερικές φορές σε ερ- πριν από το ρ (έρρυθμος και ένρυθμος). Η θέση τής προθέσεως εν είναι συνήθως μεταξύ τού ονόματος και τού επιθετικού προσδιορισμού στους επικούς ποιητές («αἴσῃ ἐν ἀργαλέῃ», Ομ. Ιλ.). Επίσης μερικές φορές η πρόθ. ακολουθεί το ουσ. που προσδιορίζει, χωρίς επιθετ. προσδιορισμό, αλλά τότε χρησιμοποιείται συχνότατα ο τύπος ενί με αναστροφή, δηλ. με αναβιβασμό τού τόνου: ένι («σπέος ἵκετο, τῷ ἔνι Νύμφη ναῑεν εὐπλόκαμος», Ομήρ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το εν (Όμηρος και ιων.-αττ.), με παράλληλο τ. ενί και με μετρική έκταση ειν και εινί, χρησιμοποιείται ως πρόθεση κυρίως στην ιων.-αττική διάλεκτο, αλλά και ως προρρηματικό τού οποίου το -ν-αφομοιώνεται κανονικώς προς το επόμενο σύμφωνο (πρβλ. εμβαίνω, εμβυθίζω, εμμείγνυμι, εμποτίζω, εγχέω, εγχειρίζω κ.ά.). Στην αρκαδο-κυπριακή και στην κρητική διάλεκτο εμφανίζεται ως ιν. Συντάσσεται κυρίως με δοτική πτώση για να δηλώσει στάση σ' έναν τόπο, αλλά στη δωρική, βορειοδυτική, αρκαδοκυπριακή, θεσσαλική και βοιωτική διάλεκτο συνάπτεται και με αιτιατική δηλώνοντας κατεύθυνση προς το εσωτερικό ενός χώρου, που στις άλλες διαλέκτους εκφράζεται με τον νεώτερο σχηματισμό ενς (βλ. εις), ο οποίος σχηματίστηκε κατά το αντίθετό του εξ. Σιγά σιγά και από την εποχή της Κοινής η χρήση τού εν με αιτιατική υποχωρεί έναντι τού εις για τη δήλωση τής κατευθύνσεως. Ετυμολογικώς το εν ανάγεται σε ΙE *en και συνδέεται με αρχ. λατ. en (>λατ. in), οσκοουμβρ. en, αρχ. ιρλ. in, γοτθ. in κ.λπ. Ο τ. ενί εμφανίζει πιθ. κατάληξη τοπικής. Υπετέθη, εξάλλου, ότι και το αθροιστικό α- ορισμένων λέξεων ανάγεται πιθ. στη συνεσταλμένη βαθμίδα *η τού εν].
————————
(II)
και ένα (A ἕν)
βλ. ένας.
————————
(III)
(Μ ἔν)
συγκεκομμένος τ. αντί είναι
1. είναι (παροιμ., «δεν εν παπάς αμάρτητος μουδέ δεσπότης άγιος»)
2. φρ. «αν εν και» — αν τυχόν, αν ίσως και, αν συμβεί να («κι αν εν και τούτο γροικηθεί», Ερωτόκρ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”